Τετάρτη 7 Απριλίου 2010

Πάνε και αυτές οι διακοπές! Όπως οι Κυριακές ένα πράγμα!

Ποτέ δεν κατάλαβα γιατί κάθε φορά που εγκαταλείπουμε ένα μέρος που έχουμε επισκεφτεί μας πιάνει κατάθλιψη. Λίγο πριν φύγουμε για το λιμάνι με κυρίευσε αυτό ακριβώς το συναίσθημα. Αναρωτήθηκα, αν είναι η γνωστή μελαγχολία που μας πιάνει με οτιδήποτε τελειώνει ή μήπως μου χτυπάει κανένα περίεργο καμπανάκι. Ξέρεις από εκείνα που σου λένε: «Εγώ πότε θα γίνω μάνα», «Εγώ πότε θα κάνω σοβαρή σχέση», «Εγώ πότε θ’ αλλάξω δουλειά», «Εγώ πότε θ’ ασχοληθώ περισσότερο με τον εαυτό μου» κι όλα τα λοιπά συναφή. Το δικό μου καμπανάκι νομίζω πως έλεγε «Εγώ πότε θα την κάνω προς την ελληνική επαρχία». Η αλήθεια είναι ότι τελευταία, το μελετάω πολύ το θέμα, να πάω στο ύπαιθρο να φυτεύω ραπανάκια, ή στη Σαντορίνη να φυτεύω κάππαρη, whatever! Από την άλλη, κάθε φορά που αγγίζω τα όρια μου και λέω ότι το επόμενο πρωί μετακομίζω, κάνω ένα κρύο ντους-όπως όταν ερεθίζονται τα’ αγοράκια ένα πράγμα- και συνέρχομαι! Γιατί ok, καλό το οξυγόνο, καλή η ποιότητα ζωής και το λιγότερο άγχος, αλλά προσωπικά, αυτό που σε ξέρουν όλοι με το μικρό σου όνομα και ξέρουν τι έκανες το προηγούμενο βράδυ-ακόμα κι αν ήσουν κλειδαμπαρωμένος σπίτι σου και σβηστά τα φώτα και μίλαγες τη νοηματική- εγώ δεν το έχω. Επίσης δεν έχω τη συνάρτηση του προηγουμένου, τα γνωστά σε όλους ταμπελάκια, βλέπε: μπεκρής (με δύο ποτά έχεις χαρακτηριστεί), τσουλίτσα (τόλμησες και κοίταξες άνδρα στα μάτια), αδερφή (για ευνόητους λόγους), ξινή (γιατί τα λες χύμα), γεροντοκόρη (πάει ασορτί με το προηγούμενο) και τα λοιπά συναφή. Και πριν βιαστείς να πεις το κείμενο αφοριστικό, θα σου πω ότι όντως έχω μεγαλώσει στην πόλη και δεν έχω συμβιβαστεί με αυτό τον τρόπο ζωής, αλλά ακριβώς τα ίδια πράγματα ακούω και απ’ όλους τους φίλους μου που έχουν γεννηθεί, μεγαλώσει κι εγκαταλείψει δια παντός την ελληνική επαρχία. Κι αν δε σου φτάνουν όλα αυτά, άντε σου λέω εγώ ότι είσαι γερό σκαρί και την παλεύεις και δεν σε αγγίζουν τα κακεντρεχή σχόλια. Με τη βαρεμάρα πως την παλεύεις; Δυο μαγαζιά υπάρχουν όλα κι όλα- καλά υπερβάλω-άντε πες 20, σε ένα μήνα τα πέρασες όλα. Μετά; Ξέρω, θα μου πεις, συγγνώμη ρε κοπελιά, εσύ έχεις πάει σε όλα τα μαγαζιά της Αθήνας; Όχι, αλλά και μόνο που έχω την δυνατότητα μου είναι αρκετό. Κι άντε και πες ότι είσαι και κολληματίας και σ’ αρέσει το στόρι της νύχτας έτσι, το σέβομαι κι αυτό. Στο σοβαρότερο απ’ όλα για πες μου τι θα κάνεις; Κι εννοώ τις ευκαιρίες για δουλειά. Εντάξει είπαμε, καλή η κηπουρική, αλλά όχι για πάντα. Και καλά τα δημιουργικά τυπάκια, κάτι θα βρουν να κάνουν, όλοι οι υπόλοιποι, πως θα την βρουν την άκρη;;; Θα κρατάνες αγροτικό ημερολόγιο; Ok, παιδιά, δε μου χρειάστηκε καν το κρύο ντους αυτή τη φορά. Αθήνα και πάλι, Αθήνα, με το καυσαεριάκι της, το άγχος και την κίνηση, τα μπαράκια στην Καρύτση, τη δουλειά μας, τους φίλους μας, τη ζωή μας. Καλή η επαρχία και τα νησιά μας, αλλά για λίγο, τόσο λίγο ώστε να φορτίσεις μπαταρίες και να γυρίσεις στο αγαπημένο σου μπαράκι να τα πιεις και να σχολιάσεις την θέα που σου έκοβε την ανάσα δυο μέρες πριν!